Η 30χρονη θαύμαζε από μικρή την Σόνια. Ήταν η υπέροχη μητέρα της Ρομίλντα που ήθελε να βρει μια καλύτερη τύχη. Τα ίδια όνειρα είχε και ο Άρμπεν ο παιδικός της φίλος. Να φύγουν από την φτώχεια και να ξεκινήσουν μια νέα ζωή σε μια μεγάλη πόλη στην οποία θα δουν και θα μάθουν πολλά. Η Σόνια και ο Άρμπεν μένανε δίπλα-δίπλα. Μαζί έμαθαν να περπατάνε, μαζί πήγαν σχολείο, μάζι διάβαζαν κι έκαναν σκανδαλιές, μπήκαν τιμωρίες και τραγούδησαν σε γιορτές και πανηγύρια.

Σκαρφίστηκαν κάτι που θα τους έδινε το εισιτήριο της φυγής. Να παντρευτούν και να πάρουν την ευχή των οικογενειών τους για το ταξίδι τους στην Ελλάδα. Δούλευαν όπου εύρισκαν. Εκείνη καθάρισε σπίτια και εκείνος σε οικοδομές. Σε ένα σπίτι που έκανε μεροκάματο, η Σόνια ζήτησε την άδεια να χρησιμοποιήσει την ραπτομηχανή. Η αφεντικίνα της είδε ότι ήταν καλή και την σύστησε στον προιστάμενο του εργοστασίου παραγωγής λευκών ειδών και ένδυσης. Εκεί θα γνωρίζει τον Τίμο που έμελλε να γίνει κομμάτι από την ζωή της.
